Πάγια προκαταβολή
-
Πάγια προκαταβολή του δήμου και της περιφέρειας είναι το χρηματικό ποσό που τίθεται στη διάθεση του τακτικού υπαλλήλου, για την άμεση αντιμετώπιση δαπανών μικρού ύψους ή δαπανών των οποίων λόγω της φύσης τους δεν μπορεί να αναβληθεί η πληρωμή μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας δικαιολόγησης αυτών. Προϋπόθεση πληρωμής δαπάνης από την παγία προκαταβολή αποτελεί η ύπαρξη εγγραφής σχετικής πίστωσης στον προϋπολογισμό του δήμου ή της περιφέρειας, αντίστοιχα.
-
Η πάγια προκαταβολή του δήμου και της περιφέρειας συνιστάται με χρηματικό ένταλμα, το οποίο εκδίδεται σε βάρος του σχετικού λογαριασμού του προϋπολογισμού ύστερα από απόφαση της δημοτικής ή περιφερειακής επιτροπής, αντίστοιχα. Με την απόφαση του προηγούμενου εδαφίου, δύνανται να κατονομάζονται συγκεκριμένα είδη δαπανών που επιτρέπεται να πληρώνονται από την πάγια προκαταβολή, να καθορίζεται το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος αυτών ή, αντίστροφα, να απαριθμούνται κατηγορίες δαπανών των οποίων δεν επιτρέπεται η πληρωμή από το ποσό της πάγιας προκαταβολής. Με την ίδια απόφαση δύναται να ορίζεται υπάλληλος του δήμου ή της περιφέρειας ως αναπληρωτής του υπόλογου της πάγιας προκαταβολής, ο οποίος ευθύνεται μόνο για τις διαχειριστικές πράξεις που διενεργεί κατά τον χρόνο της αναπλήρωσης. Κατά την έναρξη και τη λήξη της αναπλήρωσης υπογράφεται από τον υπόλογο και τον αναπληρωτή του πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής.
-
Με την απόφαση της παρ. 2 ορίζεται το ποσό της πάγιας προκαταβολής, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει για:
α) Τους δήμους με μόνιμο πληθυσμό, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 27, περί τελικών διατάξεων:
αα) έως δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους, το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ,
αβ) από δέκα χιλιάδες και ένα (10.001) έως τριάντα χιλιάδες (30.000) κατοίκους, το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ και
αγ) άνω των τριάντα χιλιάδων και ένα (30.001) κατοίκους, το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ,
β) τις περιφέρειες το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ.
-
Το ποσό της πάγιας προκαταβολής που διαχειρίζεται κάθε ένας από τους υπόλογους, κατατίθεται σε ειδικό λογαριασμό που ανοίγεται με απόφαση της δημοτικής ή περιφερειακής επιτροπής στο όνομα του δήμου ή της περιφέρειας αντίστοιχα, σε πιστωτικό ίδρυμα που εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος. Υπεύθυνος κίνησης του λογαριασμού είναι ο υπόλογος και, αν έχει ορισθεί, ο αναπληρωτής του.
-
Για τη διενέργεια πληρωμών από την πάγια προκαταβολή του δήμου ή της περιφέρειας απαιτείται έγγραφη εντολή του δήμαρχου ή του περιφερειάρχη ή των οργάνων που εξουσιοδοτούνται από αυτούς, αντίστοιχα.
-
Για την αποκατάσταση του αναλωθέντος ποσού της πάγιας προκαταβολής του δήμου και της περιφέρειας και για την απόδοση αυτού κατά τη λήξη του έτους ακολουθείται η παρακάτω διαδικασία:
α) Κάθε φορά που ο υπόλογος έχει διαθέσει μέσα στο έτος το συνολικό ποσό της πάγιας προκαταβολής ή τουλάχιστον το ήμισυ αυτού, παραδίδει στην οικονομική υπηρεσία τα δικαιολογητικά των δαπανών που έχουν πληρωθεί, προκειμένου να ελεγχθούν ως προς τη νομιμότητά τους. Τα δικαιολογητικά υποβάλλονται για έγκριση στη δημοτική ή περιφερειακή επιτροπή, αντίστοιχα, μαζί με συγκεντρωτική κατάσταση, η οποία υπογράφεται από τον υπόλογο και τον προϊστάμενο των οικονομικών υπηρεσιών και περιλαμβάνει:
αα) το όνομα του πληρωθέντος δικαιούχου,
αβ) την αιτία πληρωμής,
αγ) το ποσό της δαπάνης,
αδ) τον λογαριασμό του προϋπολογισμού της πίστωσης και
αε) το συνολικό ποσό κατά λογαριασμό προϋπολογισμού,
β) κατόπιν έκδοσης της εγκριτικής απόφασης εκδίδονται στο όνομα του υπολόγου τα αντίστοιχα με τα ποσά της υποπερ. αε) της περ. α) χρηματικά εντάλματα, με την εξόφληση των οποίων ο υπόλογος αναπληρώνει κάθε φορά το ποσό που έχει δαπανήσει,
γ) κατά τη λήξη του οικονομικού έτους ο υπόλογος επιστρέφει ολόκληρο το ποσό της πάγιας προκαταβολής στη διαχείριση του δήμου ή της περιφέρειας και το σχετικό αποδεικτικό είσπραξης επισυνάπτεται στο χρηματικό ένταλμα, με το οποίο αυτή είχε συσταθεί,
δ) η έγκαιρη και κανονική επιστροφή της πάγιας προκαταβολής διαπιστώνεται από το αρμόδιο όργανο του δήμου ή της περιφέρειας, αντίστοιχα, με την απόφαση έγκρισης του ετήσιου απολογισμού.
-
Εάν τα υποβληθέντα από τον υπόλογο δικαιολογητικά απορριφθούν ή δεν επιστραφεί ακέραιο το ποσό της πάγιας προκαταβολής, γίνεται καταλογισμός στον υπόλογο με πράξη του δημάρχου ή του περιφερειάρχη, η οποία υπόκειται στα ένδικα βοηθήματα του ν. 4820/2021 (Α’ 130). Για δαπάνες που πληρώθηκαν ενώ εκφεύγουν του σκοπού της πάγιας προκαταβολής, ευθύνεται το πρόσωπο που υπέγραψε την έγγραφη εντολή για την πληρωμή της. Επί αχρεώστητης πληρωμής, ο καταλογισμός ενεργείται εις ολόκληρον σε βάρος του αχρεωστήτως λαβόντος και των τυχόν συνυπευθύνων οργάνων.
-
Με απόφαση της δημοτικής επιτροπής συνιστάται υποχρεωτικά πάγια προκαταβολή για τις δημοτικές κοινότητες σε βάρος του σχετικού λογαριασμού του προϋπολογισμού του οικείου δήμου. Για τη διενέργεια πληρωμών από την πάγια προκαταβολή της παρούσας δεν απαιτείται έγγραφη εντολή του δημάρχου ή των οργάνων που εξουσιοδοτούνται από αυτόν. Ειδικότερα ζητήματα που αφορούν στην πάγια προκαταβολή των δημοτικών κοινοτήτων ρυθμίζονται με την απόφαση της παρ. 2 του άρθρου 530, περί εξουσιοδοτικών διατάξεων.
-
Με απόφαση της δημοτικής επιτροπής συνίσταται υποχρεωτικά πάγια προκαταβολή για τον διευθυντή, ή τον εκτελούντα χρέη διευθυντή της σχολικής μονάδας ή τους αναπληρωτές αυτών, σε βάρος του σχετικού λογαριασμού του προϋπολογισμού του οικείου δήμου. Για τη διενέργεια πληρωμών από την πάγια προκαταβολή της παρούσας δεν απαιτείται έγγραφη εντολή του δήμαρχου ή των οργάνων που εξουσιοδοτούνται από αυτόν και οι πληρωμές διενεργούνται κατόπιν έγκρισης της οικονομικής υπηρεσίας του δήμου. Ειδικότερα ζητήματα που αφορούν στην πάγια προκαταβολή της παρούσας ρυθμίζονται με την κανονιστική πράξη που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 3 του άρθρου 530.
-
Δεν επιτρέπεται κατάσχεση τραπεζικών λογαριασμών, για οφειλές έναντι του δημοσίου, των ασφαλιστικών φορέων και ιδιωτών, στους οποίους έχουν κατατεθεί χρηματικά ποσά που προορίζονται για κάλυψη δαπανών από τις πάγιες προκαταβολές του παρόντος.
-
Για τις δαπάνες που εκτελούνται μέσω της παγίας προκαταβολής του παρόντος και αφορούν συμβάσεις ήσσονος αξίας, κατά την έννοια της περ. 30α) της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4412/2016 (Α’ 147), εφαρμόζεται το άρθρο 117Α του ιδίου νόμου.
