Επανάληψη πειθαρχικής διαδικασίας
-
Αν μετά από την έκδοση πειθαρχικής απόφασης, με την οποία απαλλάσσεται το πειθαρχικά ελεγχόμενο πρόσωπο ή επιβάλλεται ποινή κατώτερη της αργίας ενός (1) μήνα, εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, με την οποία διαπιστώνονται πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση παραπτώματος της παρ. 3 του άρθρου 709, περί πειθαρχικής ευθύνης, η οποία δύναται να οδηγήσει σε πειθαρχική ποινή αργίας μεγαλύτερη του ενός (1) μήνα ή έκπτωση, ο Γενικός Επόπτης υποχρεούται, εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) έτους από τη δημοσίευση της ποινικής απόφασης, να παραπέμψει την υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο. Κατά την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας στο πειθαρχικό συμβούλιο δύναται να επιβληθεί πειθαρχική ποινή ανώτερη από αυτή που είχε αρχικά επιβληθεί.
-
Αν μετά από την έκδοση πειθαρχικής απόφασης, εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα για την πράξη ή την παράλειψη, για την οποία τιμωρήθηκε πειθαρχικά το ελεγχόμενο πρόσωπο, αυτό δύναται να ζητήσει την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας, εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) έτους από τη δημοσίευση της ποινικής απόφασης ή του βουλεύματος. Η αίτηση απευθύνεται στον Γενικό Επόπτη, και αν γίνει δεκτή, η υπόθεση παραπέμπεται στο πειθαρχικό συμβούλιο. Κατά την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας στο πειθαρχικό συμβούλιο δύναται να επιβληθεί ελαφρύτερη ποινή ή να απαλλαγεί το πειθαρχικά ελεγχόμενο πρόσωπο. Αντίστοιχα, αν το ελεγχόμενο πρόσωπο είχε τιμωρηθεί με την πειθαρχική ποινή της παύσης του άρθρου 723, περί παύσης αιρετών οργάνων δήμων και περιφερειών, δύναται να απαλλαγεί από την παύση.
-
Η επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας επιτρέπεται, και όταν έχει επιβληθεί πειθαρχική ποινή της αργίας, χωρίς να έχει λάβει υπόψη καταδικαστική ποινική απόφαση που προηγήθηκε.
